Μεταξύ Μεγάλου και Μικρού Πάπιγκου, περάσαμε από μια μικρή χαράδρα όπου σχηματίζονται οι φυσικές «κολυμπήθρες», που ακόμα και αυτή την περίοδο φιλοξενούν θαρραλέους κολυμβητές!
Η περιπετειώδης πορεία μας ξεκίνησε από την πλατεία του Μικρού Πάπιγκου όπου δεσπόζει η εκκλησία του Μιχαήλ και Γαβριήλ. Διασχίζοντας τα καλντερίμια του χωριού προσπεράσαμε νεαρούς άντρες που κατεύθυναν άλογα και αυτόματα ήρθαν στη θύμησή μου σελίδες της ιστορίας μας με τους «βοϊνίκιδες», ομάδα αντρών που στέλνονταν από τους Ζαγοροχωρίτες, ως μοναδική υποχρέωση που είχαν προς τους Τούρκους, εκτός από τους φόρους, για τη φροντίδα των αλόγων.
Ακολουθώντας τις πινακίδες για το καταφύγιο, είμαστε σχεδόν έξω από το χωριό, όταν ακούστηκε ο ήχος της σφυρηλάτησης της πέτρας. Πράγματι, στην άκρη του πλακόστρωτου 3 – 4 εργάτες κάθονταν σε ξύλινους πασσάλους και σφυροκοπούσαν την πέτρα αγνοώντας μας. Είναι, εκείνη τη στιγμή, που συνειδητοποίησα την ομορφιά και την ιδιομορφία της Ζαγορίσιας αρχιτεκτονικής. Τα πέτρινα αρχοντικά με τις περίτεχνες καμινάδες και τις μεγάλες αυλές, οι εκκλησιές με τις σχιστόπλακες και τα επιβλητικά καμπαναριά, τα λιθόστρωτα δρομάκια, οι πλατείες, οι παλιές βρύσες, όλα φτιαγμένα από ντόπιους τεχνίτες ξακουστούς για το μεράκι τους.
Οι σκέψεις μου διακόπηκαν απότομα από τη φωνή του Θοδωρή που υπέδειξε στο Δημήτρη και στην Ντίνα την πρώτη από τις τέσσερις πηγές, την Αβραγόνιο. Είμαστε σχεδόν μισή ώρα από το χωριό αλλά, έχοντας ήδη χάσει –από την κούραση- το χρονικό μου προσανατολισμό, νόμιζα ότι περπατούσα στο ομαλό και αραιό δρυόδασος για περισσότερο. Είχαμε ήδη χωριστεί σε ομάδες που η καθεμιά ακολουθούσε το ρυθμό της. Τα παιδιά δεν τα γνώριζα αλλά αυτόματα γίναμε συνοδοιπόροι- συμπάσχοντες και συμπαρατασσόμενοι. Προπορεύονταν ο Πέρης και ο Πάνος, ενώ πίσω μας ως «επιχείρηση σκούπα» ήταν πάντα ο Χάρης. Η πρώτη ώρα της διαδρομής, μέχρι και τη δεύτερη πηγή Αντάλκη, που σύμφωνα με τοπικό θρύλο τα νερά της έρχονται από το βάραθρο της Προβατίνας, δε μας προϊδέαζε για τη δύσκολη συνέχεια. Η σκιά των δέντρων και η βλάστηση μεταμορφώνονταν σταδιακά σε μια τεράστια γυμνή πλαγιά γεμάτη βράχια στα οποία διακρίνονταν τα κόκκινα βέλη, που προσανατολίζουν και υπενθυμίζουν τον αναβάτη ότι τώρα αρχίζει η πραγματική ανάβαση!
Φτάνοντας στην 3η πηγή, την Τράφο, αποφασίσαμε να κάνουμε ένα μεγάλο διάλειμμα. Το νερό, αν και κρυστάλλινο, ήταν πενιχρό αλλά η δίψα και η πείνα μας ανεξάντλητη! Η ώρα χαλάρωσης γέμισε από δυναμωτικά ξηρά φρούτα, κομμάτια σοκολάτας και συμπληρωματικά Gatorade. Εν τω μεταξύ, το τρίτο σε σειρά καραβάνι κατέφθασε μπαϊλντισμένο και διψασμένο αλλά ενθουσιασμένο από τα περίεργα φυτά που συνάντησε και σαν σύγχρονοι «βικόγιατροι» εξιστόρησαν πώς ο Έξαρχος και ο Ζώνιας γιάτρευαν με μούχλα τις πληγές των αρρώστων, χρόνια πριν ο Α. Φλέμινγκ ανακαλύψει την πενικιλίνη. Η συζήτηση μάς συνεπήρε και ήταν το «κλικ» της φωτ. μηχανής του Θανάση που αντήχησε σαν καμπανάκι αφύπνισης και οριοθέτησης των δυνάμεών μου στα αυτιά μου, καμπανάκι αθλητή που του απομένει μόνο ένας γύρος… Και έτσι ξεκίνησα με αργό και μηχανικό ρυθμό να ανηφορίζω, μόνη, για την Κρούνα, την τελευταία πηγή πριν το καταφύγιο, την οποία και «παρέλειψα» καθώς στη διασταύρωση του μονοπατιού για Αστράκα λοξοδρόμησα! Οι κατευθυντήριες φωνές του Χάρη –που με έβλεπε από κάτω στο γυμνό τοπίο να αποπροσανατολίζομαι- όχι μόνο με οδήγησαν στο καταφύγιο, αλλά με ενθάρρυναν σωτήρια όταν –μη βλέποντας και μη νιώθοντας κανέναν- κυριευόμουν από εναλλασσόμενες δόσεις φόβου και πανικού σε αντίστοιχες αυτοκυριαρχίας και αυθυποβολής.
Φτάνοντας στο καταφύγιο η αγκαλιά του Πέρη και του Πάνου απάλυναν λίγο τη νοσταλγία μου για τη μητρική αγκαλιά! Η κούραση, όμως, και τα νεύρα υπερτερούσαν και συνήλθα μόνο μετά από το παγωμένο ντουζ, τα ζεστά ρούχα και παντόφλες και τη διπλή δόση του espresso από τα χέρια της Άντας, σερβιρισμένο στον εξώστη του καταφυγίου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ρουφούσα συνεχώς εικόνες που αποθηκεύτηκαν στη μακρόχρονη μνήμη μου. Το βλέμμα μου πετούσε ως τις αετοράχες και απλωνόταν εώς τον όγκο της Γκαμήλας, την Αστράκα και την ορθοπλαγιά του Πλώσκου. Ακριβώς από κάτω, απλωμένη στα πόδια μου, η ποικιλο-κόκκινη λίμνη Ξερόλουτσα και ξανά πάνω όπου τα σύννεφα έπαιζαν κρυφτό με τις κορυφές της Γκαμήλας. Σ’ όλα αυτά προστέθηκαν τα γέλια και τα πειράγματα της υπόλοιπης παρέας. Προστέθηκε κι ο Γιώργος -το έτερον ήμισυ της Άντας- που έφερε μαζί του τρία άλογα, μονάχα μ’ένα σφύριγμά του. Προστέθηκε κι ο Έκτορας, το τεράστιο σε όγκο 15μηνο τσοπανόσκυλο, που δεν άφηνε παντόφλα για παντόφλα. Προστέθηκε κι η μυρωδιά της μακαρονάδας της Άντας που έμοιαζε με αμβροσία και μας κατήυθυνε όλους στην τραπεζαρία για να γευτούμε, τουλάχιστο, δυο πιάτα έκαστος.
Το φαγητό, αν και «βάρυνε» τα στομάχια μας, δεν χόρτασε τα λαίμαργα μάτια μας και, αψηφώντας το κρύο, ξαναβγήκαμε στον εξώστη για να απολαύσουμε τη θέα και τα παιχνιδίσματα της δύσης του ήλιου. Οι πιο θαρραλέοι τάιζαν τα άλογα του Γιώργου και έπαιζαν με τον αλυσοδεμένο Έκτορα. Η Άντα και ο Γιώργος συμπλήρωσαν την παρέα θέλοντας να ανακτήσουν κάποια νέα από την επικαιρότητα, μιας και είχαν να κατέβουν στον «πολιτισμό» από το Μάιο. Σε αντάλλαγμα, μας διηγήθηκαν το μύθο της Δρακόλιμνης, σύμφωνα με τον οποίο δράκοι κατοικούσαν στην ομώνυμη λίμνη, και πως «απολιθώματα» αυτού είναι τα λεγόμενα δρακόψαρα, ή Αλπικοί Τρίτωνες, αμφίβια ή απομεινάρια άλλων εποχών. Κόντευε όμως 10.00, η ώρα που έσβηναν τα φώτα και αφηνόταν ελεύθερος ο Έκτορας -μια πολύ καλή αφορμή να συμμαζευτούμε, οι εναπομείναντες, για ύπνο. Αλλά ακόμη και η βραδιά στο θάλαμο των 8 ατόμων θα μείνει αξέχαστη…γιατί τα φώτα έσβησαν και ο Αλέκος μας καθοδηγούσε με το φακό, γιατί το κρύο και η υγρασία ήταν τέτοια που δεν τολμούσαμε να αλλάξουμε πλευρό και γιατί… το ροχαλητό του Χάρη κράτησε τους μισούς ξάγρυπνους!!!
Το πρωί της επομένης κατηφορίσαμε για την Ξερόλουτσα ( Λάκα Τσουμάνη). Η Ξερόλουτσα, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Γιώργου, μεταμορφώνεται από επίπεδη χορταριασμένη λάκα το καλοκαίρι, σε εποχιακή λίμνη την άνοιξη και σε κανονικό παγοδρόμιο το χειμώνα. Το περίεργα κόκκινο χρώμα της μόνο ένας αναγεννησιακός ζωγράφος θα μπορούσε να το αποδώσει – εκτός και αν ο Θανάσης με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας τα κατάφερε. Αφήνοντάς την πλησιάσαμε μια πηγή που τα νερά της σχημάτιζαν ομοιόμορφα γεωμετρικά σχήματα, θυμίζοντάς μου αυτά της ταινίας «Οιωνός» του Μ. Γκίμπσον. Ανηφορίσαμε μουρμουρίζοντας, έκθαμβοι, για τις πολλαπλές εναλλαγές χρωμάτων και πετρωμάτων που μας επεφύλασσε αυτή η μικρή διαδρομή. Η μεγάλη έκπληξη όμως καθρεφτίστηκε στα βλέμματα όλων μας στο αντίκρυσμα της Δρακόλιμνης, ενώ η ανάσα μας κόπηκε κοιτάζοντας κάτω την κοιλάδα του Αώου. Οι φωτογραφίες που είδαμε, τα όσα μας είπαν και διαβάσαμε στο σύλλογο γι’αυτό το μέρος έμοιαζαν λίγα! Μια κρυστάλλινη λίμνη στο διάσελο, ανάμεσα στον Πλόσκο και την ομώνυμη κορυφή, η θέα προς την Γκαμήλα, με τις κορυφές των 2497μ. έμοιαζαν, απλά, να ανήκουν στον ουρανό. Η καθαρότητα του τοπίου αγγίζει το άδειασμα του μυαλού και της σκέψης, εξαγνίζει ψυχή και σώμα. Η θέα του Τρίτωνα σε ταξιδεύει, η θέα της κοιλάδας σε σοκάρει. Η αίσθηση της κυριαρχίας του κόσμου σε διακατέχει…«είμαστε όλοι εκεί και ο καθένας χωριστά»!
Την αξέχαστη αυτή εμπειρία δε θα αμαυρώσει, στη θύμησή μου, ούτε η κούραση, ούτε το κρύο, ούτε η «αγρύπνια»…ούτε καν η ανώμαλή μου κατάβαση, που στοίχισε μιας βδομάδας, τουλάχιστο, πόνου. Ίσα- ίσα θα την ομορφύνουν και θα την κάνουν ξεχωριστή, εφαλτήριο για επόμενες και ανάλογες εμπειρίες που μόνο μέσα από τις περιηγήσεις του Ο.Π.Ο.Π. μπορεί κανείς να βιώσει.
Γραδούλα Βασιλική
Μέλος Ο.Π.Ο.Π.

